ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΒΑΓΓΕΛΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΓΙΑ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΚΑΙ ΝΔ

Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Ευκολότερα χάνονται από 1 Ιουλίου οι 100 δόσεις

Ευκολότερα θα χάνονται από σήμερα οι 100 δόσεις


Αλλάζουν επί τα χείρω οι προϋποθέσεις διάσωσης των ρύθμισης των 100 δόσεων. Οι οφειλέτες που θα καθυστερήσουν περισσότερο από 15 ημέρες να εξοφλήσουν οποιοδήποτε νέο χρέος θα τίθενται αυτομάτως εκτός της ρύθμισης των 100 δόσεων.
Ευκολότερα θα χάνονται από σήμερα οι «100 δόσεις» - Οι επιλογές του οφειλέτη
Ποιο εύκολα θα χάνεται από τώρα και στο εξής η ρύθμιση των 100 δόσεων για τους οφειλέτες του Δημοσίου, λόγω των αλλαγών που επήλθαν με τα μνημονιακά μέτρα (νόμος 4346/2015) της περασμένης χρονιάς και τίθενται σε εφαρμογή από σήμερα, 1η Ιουλίου 2016.
Οι οφειλέτες του Δημοσίου που θα καθυστερήσουν περισσότερο από 15 ημέρες να εξοφλήσουν οποιοδήποτε νέο χρέος (από φόρο εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ κ.λπ.), θα τίθενται αυτομάτως εκτός της ρύθμισης των 100 δόσεων.
Η ρύθμιση θα διασώζεται μόνο στην περίπτωση ένταξης των νέων οφειλών στην «πάγια ρύθμιση» των 12 μηνιαίων δόσεων, πριν όμως οι οφειλές αυτές γίνουν έστω και εν μέρει ληξιπρόθεσμες.
Για να υπαχθούν στην «πάγια ρύθμιση» θα πρέπει να επισκεφθούν υποχρεωτικά την εφορία, για να υποβάλουν αιτήσεις και δικαιολογητικά, καθώς δεν προβλέπεται διαδικασία ηλεκτρονικής υποβολής αιτήσεων για τη συγκεκριμένη ρύθμιση.
Στην περίπτωση που ένας φορολογούμενος έχει ρυθμίσει τα χρέη του σε 100 δόσεις, και αφήσει όμως απλήρωτα για πάνω από ένα δεκαπενθήμερο οποιαδήποτε νέα χρέη, θα βρεθεί αντιμέτωπος με την εφορία, η οποία νομιμοποιείται να διεκδικήσει το σύνολο των ανεξόφλητων υπολοίπων των ρυθμισμένων έως και σε 100 δόσεις οφειλών του, εφαρμόζοντας σε βάρος του όλα τα προβλεπόμενα μέτρα αναγκαστικής είσπραξης (κατασχέσεις εισοδημάτων, καταθέσεων, άλλων περιουσιακών του στοιχείων κ.λπ.).
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, οι νέες οφειλές για τις οποίες εφαρμόζονται τα νέα μέτρα αφορούν στο χρονικό διάστημα από τις 15 Δεκεμβρίου και εντεύθεν, καθώς επίσης και οποιαδήποτε νέα οφειλή προς το Δημόσιο θα βεβαιωθεί από δω και στο εξής.
Για παράδειγμα, ένας φορολογούμενος ενταγμένος στη ρύθμιση των «100 δόσεων», ο οποίος οφείλει να πληρώσει μέχρι τις 29 Ιουλίου 2016 την 1η δόση του φόρου εισοδήματος και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης που του έχει βεβαιωθεί με το εκδοθέν από το TAXISNET εκκαθαριστικό σημείωμα, έχει χρονικό περιθώριο μέχρι τις 16 Αυγούστου να καθυστερήσει να πληρώσει τη δόση αυτή, για να παραμείνει στη ρύθμιση. Αν δεν εξοφλήσει την 1η δόση του φόρου εισοδήματος και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης μέχρι τις 16 Αυγούστου, τότε θα τεθεί αυτόματα εκτός της ρύθμισης των «100 δόσεων».
Στην περίπτωση αυτή, ολόκληρο το ανεξόφλητο υπόλοιπο των οφειλών που ο συγκεκριμένος φορολογούμενος είχε εντάξει στη ρύθμιση των «100 δόσεων» θα καταστεί άμεσα απαιτητό από το Δημόσιο, θα αναβιώσουν όλοι οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που αναλογούν στο ποσό αυτό και οι φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί θα κινηθούν εναντίον του με μέτρα αναγκαστικής είσπραξης, όπως οι κατασχέσεις εισοδημάτων, καταθέσεων και περιουσιακών στοιχείων, για να διασφαλίσουν την είσπραξη ολόκληρου του ποσού των ανεξόφλητων οφειλών του.
Το ίδιο ακριβώς θα συμβεί και με κάθε φορολογούμενο ενταγμένο στη ρύθμιση των «100 δόσεων» ο οποίος θα καθυστερήσει πάνω από 15 ημέρες να καταβάλει εμπρόθεσμα έστω και μία μηνιαία δόση από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. του 2016.
Ωστόσο, προκειμένου ο φορολογούμενος να διασώσει τη ρύθμιση των 100 δόσεων, έχει τη δυνατότητα να εντάξει -εντός 15 ημερών- τις νέες οφειλές προς το Δημόσιο, στην «πάγια ρύθμιση» των 12 μηνιαίων δόσεων ή των 24, εάν πρόκειται για κάποιον έκτακτο φόρο. Μόνο με τον συγκεκριμένο τρόπο δεν χάνονται οι 100 δόσεις.
Για να προχωρήσουν τη συγκεκριμένη διαδικασία, οι οφειλέτες θα πρέπει να προσέλθουν στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. προσκομίζοντας ορισμένα απαιτούμενα δικαιολογητικά, προκειμένου να υποβάλουν αιτήσεις υπαγωγής στην «πάγια ρύθμιση».
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα πολυσέλιδο έντυπο αίτησης-υπεύθυνης δήλωσης, στο οποίο θα πρέπει να αναγράψει αναλυτικά στοιχεία για τα μηνιαία εισοδήματά του και την περιουσιακή του κατάσταση, προκειμένου να γίνει αποδεκτό το αίτημά του για αποπληρωμή των νέων οφειλών σε 12 δόσεις.

Πηγη:  http://www.euro2day.gr


ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΜΟΥ: ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΟΣΟΥΣ ΕΧΟΥΝ ΕΝΤΑΧΘΕΙ ΣΤΗΝ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ 100 ΔΟΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΧΟΥΝ ΑΡΡΥΘΜΙΣΤΕΣ ΝΕΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΡΥΘΜΙΣΗ. ΣΠΕΥΣΑΤΕ ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΕΠΟΜΕΝΩΝ ΤΡΙΩΝ ΗΜΕΡΩΝ.

FT: Eπόμενος αδύναμος κρίκος η Deutsche Bank;

FT: Eπόμενος αδύναμος κρίκος η Deutsche Bank;


H Deutsche Bank πέρασε δέκα δύσκολες ημέρες. Την περασμένη εβδομάδα, μία από τις θυγατρικές της στις ΗΠΑ απέτυχε για δεύτερη συνεχή χρονιά στα stress tests της Fed.

Πριν από επτά ημέρες, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τη χαρακτήρισε ως τον «πιο σημαντικό καθαρό συνεισφορέα στα συστημικά ρίσκα» από όλες τις τράπεζες στον κόσμο.

Την Παρασκευή, η μετοχή της -η οποία έχει έντονες διακυμάνσεις όλη τη χρονιά- υποχώρησε σε ιστορικό χαμηλό. Αν και ανέκαμψε, κλείνοντας τη συνεδρίαση με άνοδο 3%, στα 11,76 ευρώ, η πτώση σημαίνει πως η χρηματιστηριακή αξία της μεγαλύτερης τράπεζας της Γερμανίας έχασε σχεδόν το 50% το 2016 και τώρα αντιστοιχεί σε λιγότερο από το ένα τρίτο της λογιστικής αξίας του ενεργητικού της.

Mε το Brexit να προστίθεται στις ανησυχίες για την επιβράδυνση της ανάπτυξης και τα χαμηλά επιτόκια, η Deutsche δεν είναι η μοναδική τράπεζα που έχει δει τη μετοχή της να καταρρέει. Η μετοχή της UniCredit έχει διολισθήσει πάνω από 60% φέτος, της Credit Suisse έχει μειωθεί στο μισό, ενώ της Barclays έχει υποχωρήσει πάνω από 30%. Εκτός από μερικές εξαιρέσεις, οι μετοχές των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών κινούνται από τα μέσα του 2010 σε επίπεδα χαμηλότερα της λογιστικής αξίας.

Σε κάθε περίπτωση, η κατρακύλα της μετοχής της Deutsche Bank αντανακλά τον εντυπωσιακό κατήφορο μιας τράπεζας που βρισκόταν σταθερά μεταξύ των τριών κορυφαίων επενδυτικών τραπεζών την περίοδο 2008-2014, σύμφωνα με στοιχεία της Coalition. Tην περασμένη χρονιά, υποχώρησε στην πέμπτη θέση, εγείροντας ερωτήματα για τη στρατηγική της.

Τις τελευταίες ημέρες, είναι το τμήμα συναλλαγών της τράπεζας που έχει βρεθεί στο επίκεντρο. Την Τετάρτη, ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι υποστήριξε -σε μια παρέμβαση που πολλοί ερμήνευσαν ως επίθεση στην Deutsche Bank- ότι οι προβληματικές ιταλικές τράπεζες αποτελούν μικρότερη ανησυχία από ό,τι το «ζήτημα των παραγώγων σε άλλες τράπεζες, μεγάλες τράπεζες».

Ανάλογα σχόλια έχουν κάνει και στελέχη ανταγωνιστικών τραπεζών, προκαλώντας ανησυχία για το μεγάλο απόθεμα της Deutsche Bank σε στοιχεία ενεργητικού «επιπέδου τρία», τα οποία είναι τόσο δύσκολο να ρευστοποιηθούν, που δεν μπορούν να αποτιμηθούν με βάση τις τιμές στην αγορά.

Στο τέλος Μαρτίου, η εύλογη αξία (fair value) του ενεργητικού αυτού -στο οποίο περιλαμβάνονται περίπλοκα παράγωγα και δάνεια σε ντιλ με private equity- ήταν 31 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό είναι αρκετά χαμηλότερο από τα 88 δισ. ευρώ που είχε η Deutsche Bank τον Δεκέμβριο του 2008 και όσοι γνωρίζουν, λένε πως η γερμανική τράπεζα έχει γίνει «πολύ προσεκτική» στην αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού «επιπέδου τρία» την τελευταία χρονιά.

«Υπήρχε μεγάλη πίεση από το 2012, από τις ΗΠΑ ειδικότερα. Το "επίπεδο τρία" έτυχε μεγάλης προσοχής», ανέφερε ένας εξ αυτών.

Ακόμα και έτσι, αυτά τα στοιχεία ενεργητικού αντιστοιχούν σε περίπου 70% των κοινών ίδιων κεφαλαίων της Deutsche Bank, επίπεδο χαμηλότερο από αυτό των Barclays και Credit Suisse, αλλά υψηλότερο από αμερικανικών τραπεζών όπως οι JP Morgan, Goldman Sachs και Morgan Stanley.

Εξαιτίας του ότι τα στοιχεία αυτά είναι δύσκολο να ρευστοποιηθούν, οι ρυθμιστικές αρχές αναγκάζουν τις τράπεζες να έχουν υψηλά επίπεδα κεφαλαίου για την κάλυψή τους. Αυτός είναι ο λόγος που η Deutsche Bank έχει έναν ξεκάθαρο λόγο να προσπαθήσει να τα μειώσει, καθώς επιχειρεί να μαζέψει τον ισολογισμό της και να συμμορφωθεί με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις.

Ωστόσο, αναλυτές υποστηρίζουν πως αυτό δεν θα είναι τόσο απλό. «Στη μετα-Brexit εποχή, αυτά τα στοιχεία ενεργητικού (του επιπέδου τρία) είναι πιο δύσκολο να πουληθούν», λέει ο Amit Goel, αναλυτής τραπεζών στην Exane.

Ανεξάρτητα από την εστίαση των τραπεζών σε αυτά τα πιο εξωτικά στοιχεία ενεργητικού, αναλυτές και επενδυτές εκτιμούν πως οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η τράπεζα αφορούν πιο κοινότοπα ζητήματα.

«Το πρόβλημα με την Deutsche είναι πως έχουν αδύναμα έσοδα, έχουν πολλά νομικά έξοδα και έχουν αδύναμα κεφάλαια», σημειώνει ένας από τους 20 μεγαλύτερους επενδυτές της τράπεζας.

Η κεφαλαιακή θέση της Deutsche αποτελεί εδώ και καιρό πηγή ανησυχίας. Το 2013, ο τότε επικεφαλής της γερμανικής τράπεζας, Anshu Jain, είχε υποστηρίξει πως μετά την άντληση 3 δισ. ευρώ από επενδυτές, η «πορεία πείνας» της Deutsche είχε τελειώσει. Ένα χρόνο αργότερα, επέστρεψε για να μαζέψει και άλλα 8 δισ. ευρώ. Μετά από δύο χρόνια, ο βασικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας (CET1) είναι στο 10,7% και παραμένει χαμηλότερος από αυτόν πολλών ανταγωνιστών της. Είναι πάνω από τα επίπεδα που ζητούν οι ρυθμιστικές αρχές και θα ενισχυθεί μόλις η τράπεζα γράψει στα βιβλία της την πώληση του μεριδίου της στην κινεζική τράπεζα Huaxia. Αλλά μπορεί και πάλι να δεχθεί χτύπημα και οι περισσότεροι αναλυτές προβλέπουν ότι η Deutsche Bank θα αντλήσει κεφάλαια την επόμενη χρονιά.

Η αντιμετώπιση ενδεχόμενων χτυπημάτων στο μέλλον θα ήταν πιο εύκολη, αν η επιχείρηση απέφερε κέρδη. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Την περασμένη χρονιά, η τράπεζα είχε καθαρές ζημίες 6,8 δισ. ευρώ. Αυτό οφείλεται κυρίως σε νομικά έξοδα και απομειώσεις.

Αλλά υπό πίεση βρίσκονται και οι μονάδες-κλειδιά της Detsche Bank. Η μονάδα επενδυτικής τραπεζικής έχει δεχθεί πλήγμα από τις αυστηρότερες ρυθμίσεις που επιβλήθηκαν μετά την κρίση και από τη στασιμότητα στις αγορές. Εν τω μεταξύ, η μονάδα λιανικής έχει δεχθεί πλήγμα από τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια. Περιορίζοντας τον αριθμό των νέων ντιλ και μεταθέτοντας για αργότερα μια μελλοντική αύξηση επιτοκίου, το Brexit αναμένεται να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση.

Σε μια απόπειρα να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες, ο επικεφαλής John Cryan μίλησε την περασμένη χρονιά για μια νέα στρατηγική. Τα επόμενα πέντε χρόνια, η τράπεζα θα πουλήσει την Postbank, θα ξεφορτωθεί στοιχεία ενεργητικού, θα κάνει περικοπές κόστους 3,5 δισ. ευρώ και θα αποχωρήσει από 10 χώρες. Ο στόχος της είναι να επιστρέψει σε ενσώματα ίδια κεφάλαια τουλάχιστον 10% και βασικό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας (CET1) στο 12,5% ως το τέλος του 2018.

Επιπλέον, ο κ. Cryan έχει φέρει αλλαγές στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας της τράπεζας και έχει κάνει πιο αυστηρές τις διαδικασίες για την ανάληψη πελατών, σε μια προσπάθεια να ελέγξει καλύτερα τα ρίσκα που αντιμετωπίζει.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η τράπεζα θα έπρεπε να ξεφορτωθεί περισσότερα στοιχεία ενεργητικού. Ο Neil Smith της Bankhaus Lampe λέει ότι με την πώληση της Postbank να μετατίθεται για την επόμενη χρονιά, η Deutsche μπορεί να προσπαθήσει να πουλήσει ορισμένα από τα ενυπόθηκα δάνειά της σε ασφαλιστικές.

Ωστόσο, άλλοι είναι επιφυλακτικοί κατά πόσον η απάντηση είναι η περαιτέρω πώληση στοιχείων ενεργητικού. «Το περιθώριο για τη μείωση του ενεργητικού περιορίζεται από την ανάγκη να μείνει ενεργή και να δημιουργήσει κέρδη», αναφέρει ο Jernej Omahen της Goldman Sachs. «Δεν πιστεύουμε ότι η μείωση των στοιχείων ενεργητικού πέρα από το επίπεδο που έχει ανακοινωθεί ως τώρα θα αντιμετωπιστεί ως λύση από την αγορά. Αντίθετα, θα ερμηνευτεί ως πλήγμα στη λειτουργική κερδοφορία».

Μολονότι η Deutsche Bank επέμενε πάντοτε πως η αλλαγή πορείας θα είναι ένα πολυετές εγχείρημα, ορισμένοι αναλυτές πιστεύουν πως πρέπει να κάνει περισσότερα. Ο Kian Abouhossein της JP Morgan προβλέπει ότι τα έσοδα της Deutsche θα υποχωρήσουν κατά 13% και θεωρεί πως πρέπει να γίνουν περικοπές. «Όταν έχεις 100.000 άτομα προσωπικό και 30.000 συμβούλους, δεν είναι δύσκολο να μειώσεις το κόστος», σημειώνει.

Eίναι αλήθεια πως η μεγαλύτερη δυσκολία για την Deutsche μπορεί να είναι πως υπάρχουν λίγες εναλλακτικές, εάν η τρέχουσα στρατηγική αποτύχει να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Σε αντίθεση με τη UBS, η οποία κατάφερε να μειώσει δραστικά τα μη αποδοτικά τμήματα της επενδυτικής τράπεζας και να ανασυγκροτηθεί γύρω από την κερδοφόρα μονάδα του wealth management, η δύναμη της γερμανικής τράπεζας πηγάζει από την επενδυτική της τράπεζα. Οι άλλες δραστηριότητές της -στο asset management και στο transaction banking- δεν μπορούν να αποκτήσουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

«Δεν υπάρχουν και πολλά που μπορεί να κάνεις από το να περιμένεις», τονίζει ο ένα από τους 20 μεγαλύτερους επενδυτές της τράπεζας. «Πρέπει να ξεκαθαρίσουν τις νομικές διαμάχες και να ελπίζουν ότι οι αγορές θα ανακάμψουν και θα είναι και πάλι σε θέση να δανείζουν χρήματα».

Νομικά προβλήματα: Οι αισιόδοξες προβλέψεις βάζουν τον πήχη πολύ χαμηλά

Στις προβλέψεις για το 2016, η Deutsche Bank ανέφερε ότι τα νομικά κόστη θα συνεχίσουν να είναι ένα «βάρος», αλλά αναμένεται να είναι «κάτω από τα επίπεδα του 2015». Για τη μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας, o στόχος αυτός δεν είναι και πολύ φιλόδοξος.

Την περασμένη χρονιά, η Deutsche Bank αποκάλυψε πως αντιμετωπίζει 7.000 ξεχωριστές μηνύσεις και ρυθμιστικές πράξεις, που την ανάγκασαν να εγγράψει δαπάνες για επίλυση δικαστικών διαφορών 1,2 δισ. ευρώ και προβλέψεις 5,2 δισ. ευρώ, ένα από τα μεγαλύτερα ποσά που έχουν βάλει στην άκρη ευρωπαϊκές τράπεζες.

Στα πιο πρόσφατα αποτελέσματα, η λίστα με μια επιλογή μόνο των εκκρεμών νομικών υποθέσεων και των προβλημάτων με τις ρυθμιστικές αρχές ανέρχεται σε 10 σελίδες. Αλλά ακόμα και στη λίστα αυτή, ορισμένες υποθέσεις ξεχωρίζουν: η κοινή δίωξη από ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο σε συναλλαγές 10 δισ. δολαρίων για την αποφυγή κυρώσεων στη Ρωσία, οι έρευνες στις ΗΠΑ για τη χειραγώγηση της αγοράς συναλλάγματος, μια νέα δίωξη στις ΗΠΑ για την πρόσληψη κρατικών αξιωματούχων στην Ασία και μια τριετής αμερικανική έρευνα για στρεβλώσεις στις πωλήσεις ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων.

Aλλά είναι τόσο μεγάλο το μέγεθος των νομικών προβλημάτων της Deutsche Bank, που ακόμα και η παραμικρή θετική είδηση στο μέτωπο αυτό ενθουσιάζει τους επενδυτές.

Παρά τη βουτιά 58% στα καθαρά κέρδη, η μετοχή της εταιρείας ενισχύθηκε 4% την ημέρα των αποτελεσμάτων πρώτου τριμήνου τον Απρίλιο, απλά επειδή τα κόστη για την επίλυση δικαστικών διαφορών δεν ήταν τόσο μεγάλα όσο προβλεπόταν.

H γερμανική τράπεζα πρόσθεσε επίσης πως οι προβλέψεις για τα νομικά κόστη βρίσκονταν στα 5,4 δισ. ευρώ.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, αναλυτές της JP Morgan υπολόγισαν το πιθανό χτύπημα από επιπλέον νομικά κόστη στα 3,4 δισ. ευρώ τα επόμενα τρία χρόνια. «Αν οι διακανονισμοί των υποθέσεων ευθυγραμμίζονται με τις προβλέψεις, θα είναι ένα πολύ θετικό στοιχεία για την τιμή της μετοχής», εκτιμά ο αναλυτής της JP Morgan, Kian Abouhossein.

Πηγή: Euro2day.gr, Real.gr

Welt: Κορυφαίοι Γερμανοί οικονομολόγοι θέλουν Ευρώπη δύο ταχυτήτων

Welt: Κορυφαίοι Γερμανοί οικονομολόγοι θέλουν Ευρώπη δύο ταχυτήτων μετά το Brexit



Η απόφαση των Βρετανών βρήκε απροετοίμαστες τις αγορές και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Και τώρα τι... αναρωτιούνται οι πάντες.

Πανθομολογείται βέβαια ότι η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Οι ελίτ των Γερμανών οικονομολόγων φαίνεται πως έχει ήδη μια σχεδόν σαφή ιδέα του τι πρέπει να γίνει.

Σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας στρατηγικών συμβούλων «Leaders Parliament» και του δημοσιογραφικού ομίλου στον οποίο ανήκει η εφημερίδα «Die Welt», το 52% των ερωτηθέντων τάσσεται υπέρ της Ε.Ε. των δύο ταχυτήτων.

Εάν δεν θέλουν και οι 27 άλλες χώρες μέλη να ακολουθήσουν σημαντικές αποφάσεις τότε θα πρέπει ορισμένες ισχυρές, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, να προχωρήσουν.

Μόνο το 10% των κορυφαίων οικονομολόγων της Γερμανίας υποστηρίζει γενικώς την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Περισσότερη επιρροή των Βρυξελλών δεν αποτελεί για τους ερωτηθέντες ιδιαίτερα ελκυστική προοπτική.

Παράλληλα όμως απορρίπτεται από την μεγάλη πλειοψηφία και η επιστροφή στα εθνικά κράτη. Μόνο το 30% θα ενθουσίαζε μια τέτοια ιδέα.

Προφανώς, η οικονομική ελίτ της Γερμανίας έχει διακρίνει τον κίνδυνο ότι «περισσότερες» Βρυξέλλες ή πάρα πολύς εθνικισμός καταστρέφουν εξίσου την ευρωπαϊκή ιδέα. Το σίγουρο είναι όμως ότι θέλουν να σωθεί πάση θυσία το οικοδόμημα της Ευρώπης.

Και ως τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο θεωρούν τις ευέλικτες διοικητικές δομές, οι οποίες να δίνουν το αίσθημα της ευημερίας.

Η βασική ιδέα τους δεν είναι καινούργια. Κάτι παρόμοιο έγινε με τη συνθήκη Σένγκεν το 1985 με την οποία οι χώρες του Μπενελούξ (Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο), η Γαλλία και η Γερμανία συμφώνησαν μεταξύ τους την κατάργηση των ελέγχων στα σύνορα και πολλές άλλες χώρες ακολούθησαν αργότερα μέχρις ότου, το 1999, με την συνθήκη του Άμστερνταμ, η κατάργηση αυτή ενσωματώθηκε στο ευρωπαϊκό δίκαιο.

Επίσης, το 1994 ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε μιλήσει για την «πυρηνική Ευρώπη», για τις χώρες του πυρήνα της Ευρώπης εντός της Ε.Ε., δηλαδή τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο, οι οποίες μέσω της στενότερης συνεργασίας τους θα προωθούσαν το μεγάλο στόχο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Τον όρο είχε χρησιμοποιήσει πριν από 16 χρόνια και ο Γιόσκα Φίσερ σε ομιλία του εν όψει της διεύρυνσης προς ανατολάς, με την δημιουργία μιας ομάδας «ιδιαίτερα αποφασισμένων χωρών», με τη Γερμανία και τη Γαλλία σε ηγετικό ρόλο.

Αν το δει κανείς οικονομικά δεν μπορεί να έχει αντιρρήσεις για περισσότερη ευελιξία, διότι τα ευρωπαϊκά κράτη δεν είναι μόνο κοινωνικά και πολιτιστικά πολύ διαφορετικά.

Πολύ διαφορετικά λειτουργούν επίσης οι οικονομίες και οι αγορές τους. Χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία , η Φινλανδία και η Γερμανία είναι δύσκολα συγκρίσιμες.

Η ιδέα της Ευρώπης των διαφορετικών ταχυτήτων λαμβάνει αυτό το γεγονός υπόψη και αν κάποιο αδύναμο κράτος καλύψει την απόσταση θα μπορούσε άνευ ετέρου / δίχως άλλο να ενταχθεί στην «ηγετική ομάδα».

Αυτά στη θεωρία, αλλά οι Βρυξέλλες σκέφτονται πολιτικά και με ευκολία δημιουργούν δεδομένα. Οικονομικές αλήθειες συχνά απωθούνται και υποτάσσονται στην πολιτική βούληση.

Ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εισαγωγή του ευρώ -παρά τις προειδοποιήσεις των οικονομολόγων- με καταστρεπτικές συνέπειες για ορισμένα κράτη.

Όποιος επιθυμεί τώρα μια στενότερη συνεργασία των προθύμων κρατών να προχωρήσουν διακινδυνεύει να συνενωθούν ξανά οικονομικά ανόμοιες χώρες. Ακόμα και οι χώρες κλειδιά της Ε.Ε. όπως η Γερμανία και η Γαλλία είναι οικονομικά εντελώς διαφορετικά οργανωμένες και επομένως έχουν και πολιτικά αποκλίνοντες στόχους.

Κορυφαίοι οικονομολόγοι γνωρίζουν αυτές τις πολιτικές ανασφάλειες, αλλά σκέφτονται ρεαλιστικά. Έτσι δεν μπορεί να βλάψει το γεγονός ότι λ.χ. η Goldman Sachs επιστρατεύει προσωπικότητες όπως ο πρώην πρόεδρος της Κομισιόν Μανουέλ Μπαρόζο, όπως επισημαίνει η Welt.

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ ΚΑΙ REAL.GR

ΚΑΝΑΛΙ YOUTOUBE ΒΑΓΓΕΛΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Loading...

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Πηγή: Λογισμικό "Σήμερα"